οἴδω


οἴδω
см. φέρω

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "οἴδω" в других словарях:

  • οιδώ — οἰδῶ, έω, σπαν. και άω (Α) 1. σχηματίζω οιδήματα, εξογκώνομαι, φουσκώνω, πρήζομαι, είμαι πρησμένος 2. (για φυτό) αναπτύσσομαι 3. (για καρπό) διογκώνομαι, ωριμάζω («ὀπώραν ἐντεταμένην καὶ οἰδῶσαν», Πλούτ.) 4. μτφ. α) (για προσ.) i) είμαι… …   Dictionary of Greek

  • οἰδῶ — οἰδάω swell pres imperat mp 2nd sg οἰδάω swell pres subj act 1st sg (attic epic ionic) οἰδάω swell pres ind act 1st sg (attic epic ionic) οἰδάω swell pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic) οἰδάω swell pres ind act 1st sg (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οιδίπους — Μυθικός ήρωας του θηβαϊκού κύκλου. Οι γονείς του, ο βασιλιάς των Θηβών Λάιος και η βασίλισσα Ιοκάστη, μόλις γεννήθηκε τον παράδωσαν σε ένα βοσκό για να τον αφήσει στον Κιθαιρώνα να πεθάνει, επειδή το δελφικό μαντείο τους είχε προφητέψει πως το… …   Dictionary of Greek

  • ανοιδώ — ἀνοιδῶ ( έω) (Α) 1. εξογκώνομαι, φουσκώνω «κῡμα... ἀνοιδῆσαν» (Ευριπίδης), «πνεῡμα... ἀδυνατοῡν ἔξω πορευθῆναι καὶ τὰ ταύτῃ φλέβια περιστὰν και ἀνοιδῆσαν» (Πλάτων, για τον αέρα που βρίσκεται μέσα στο ανθρώπινο σώμα) 2. μτφ. φουσκώνω από θυμό.… …   Dictionary of Greek

  • αποιδίσκομαι — ἀποιδίσκομαι κ. ἀποιδῶ ( έω) (Α) φουσκώνω, πρήζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < απ(ο)* + οιδίσκομαι κ. οιδώ «φουσκώνω, πρήζομαι»] …   Dictionary of Greek

  • διοιδώ — διοιδῶ ( έω) και διοιδαίνω (Α) [οιδώ, οιδαίνω] 1. (για μέλη τού σώματος) πρήζομαι 2. φουσκώνω από οργή 3. (για την πόλη) βρίσκομαι σε αναβρασμό, σε αναταραχή 4. φρ. «διοιδαίνω τὴν ψυχήν» οργίζομαι …   Dictionary of Greek

  • ενοιδέω — ἐνοιδέω (Α) [οιδώ( έω)] πρήζομαι, εξογκώνομαι, διογκώνομαι …   Dictionary of Greek

  • εξοιδώ — ἐξοιδῶ, έω (Α) πρήζομαι, φουσκώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + οιδώ «πρήζομαι»] …   Dictionary of Greek

  • επανοιδώ — ἐπανοιδῶ, έω (Α) πρήζομαι, φουσκώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ανά + οιδώ «πρήζομαι»] …   Dictionary of Greek

  • εποιδώ — ἐποιδῶ, έω (Α) πρήζομαι, εξογκώνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + οιδώ «πρήζομαι»] …   Dictionary of Greek

  • κατοιδώ — κατοιδῶ, έω (Α) εξογκώνομαι, πρήζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + οἰδῶ «πρήζομαι»] …   Dictionary of Greek